σύστοιχος
•
- που είναι παρατεταγμένος ή εγκατεστημένος στην ίδια σειρά Βικιλεξικό
- Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.
Ετυμολογία
σύστοιχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύστοιχος. Συγχρονικά αναλύεται σε σύ- + στοίχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σύστοιχος | σύστοιχη | σύστοιχο |
| Γενική | σύστοιχου | σύστοιχης | σύστοιχου |
| Αιτιατική | σύστοιχο | σύστοιχη | σύστοιχο |
| Κλητική | σύστοιχε | σύστοιχη | σύστοιχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σύστοιχοι | σύστοιχες | σύστοιχα |
| Γενική | σύστοιχων | σύστοιχων | σύστοιχων |
| Αιτιατική | σύστοιχους | σύστοιχες | σύστοιχα |
| Κλητική | σύστοιχοι | σύστοιχες | σύστοιχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →