Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σώβρακο

/ˈso.vɾa.ko/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ενδυμασίαανδρικό εσώρουχο που καλύπτει τη λεκάνη Βικιλεξικό
    • Θυμάστε, κυρία Μητροφάνη, εκείνη τη φοβερή χρονιά που τους πήραμε τα σώβρακα με το πρώτο βραβείο της Eurovision αλλά και με το Γιούρο της Πορτογαλίας, το Γιουρομπάσκετ και τους Ολυμπιακούς; (Γιώργος Δενδρινός, Πάει η μουστάρδα στην κρεμ μπρουλέ;, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)

Ετυμολογία

σώβρακο < σώ- (εσω-) + βρακ(ί) + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσώβρακοσώβρακα
Γενικήσώβρακουσώβρακων
Αιτιατικήσώβρακοσώβρακα
Κλητικήσώβρακοσώβρακα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →