Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σώζομαι

ρήμα
•
  1. με σώζουν, βρίσκω τη σωτηρία μου Βικιλεξικό
  2. για ποσότητα-απόθεμα υλικούεξαντλούμαι, τελειώνω Βικιλεξικό
    • Πῆγε λοιπὸν ἡ γυναίκα κ᾿ ἔκανε ὅπως τῆς παράγγειλε ὁ Ἠλίας, καὶ τὸν πῆρε στὸ σπίτι της, κι᾿ ἀπὸ κείνη τὴ μέρα δὲ λιγόστεψε τ᾿ ἀλεύρι μήτε τὸ λάδι σώθηκε, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. (Φώτης Κόντογλου - Ὁ Πύρινος Ἅγιος, Ἠλίας ὁ Θεσβίτης)

Ετυμολογία

σώζομαι < παθητική φωνή του ρήματος σώζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσώζομαισώζεσαισώζεταισωζόμαστεσώζεστεσώζονται
Παρατατικόςσωζόμουν / σωζόμουνασωζόσουν / σωζόσουνασωζόταν / σωζότανεσωζόμασταν / σωζόμαστεσωζόσασταν / σωζόσαστεσωζόντουσαν / σώζονταν
Αόριστοςσώθηκασώθηκεςσώθηκεσωθήκαμεσωθήκατεσωθήκαν / σωθήκανε / σώθηκαν
Μέλλονταςθα σωθώ / θα σώζομαιθα σωθείς / θα σώζεσαιθα σωθεί / θα σώζεταιθα σωζόμαστε / θα σωθούμεθα σωθείτε / θα σώζεστεθα σωθούν / θα σωθούνε / θα σώζονται
Παρακείμενοςέχω σωθείέχεις σωθείέχει σωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα σωθείείχες σωθείείχε σωθεί———
Υποτακτικήνα έχω σωθεί / να σωθώ / να σώζομαινα έχεις σωθεί / να σωθείς / να σώζεσαινα έχει σωθεί / να σωθεί / να σώζεταινα σωζόμαστε / να σωθούμενα σωθείτε / να σώζεστενα σωθούν / να σωθούνε / να σώζονται
Προστακτική—σώζου / σώσου——σωθείτε / σώζεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →