σώζομαι
•
- με σώζουν, βρίσκω τη σωτηρία μου Βικιλεξικό
- για ποσότητα-απόθεμα υλικούεξαντλούμαι, τελειώνω Βικιλεξικό
- Πῆγε λοιπὸν ἡ γυναίκα κ᾿ ἔκανε ὅπως τῆς παράγγειλε ὁ Ἠλίας, καὶ τὸν πῆρε στὸ σπίτι της, κι᾿ ἀπὸ κείνη τὴ μέρα δὲ λιγόστεψε τ᾿ ἀλεύρι μήτε τὸ λάδι σώθηκε, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. (Φώτης Κόντογλου - Ὁ Πύρινος Ἅγιος, Ἠλίας ὁ Θεσβίτης)
Ετυμολογία
σώζομαι < παθητική φωνή του ρήματος σώζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σώζομαι | σώζεσαι | σώζεται | σωζόμαστε | σώζεστε | σώζονται |
| Παρατατικός | σωζόμουν / σωζόμουνα | σωζόσουν / σωζόσουνα | σωζόταν / σωζότανε | σωζόμασταν / σωζόμαστε | σωζόσασταν / σωζόσαστε | σωζόντουσαν / σώζονταν |
| Αόριστος | σώθηκα | σώθηκες | σώθηκε | σωθήκαμε | σωθήκατε | σωθήκαν / σωθήκανε / σώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα σωθώ / θα σώζομαι | θα σωθείς / θα σώζεσαι | θα σωθεί / θα σώζεται | θα σωζόμαστε / θα σωθούμε | θα σωθείτε / θα σώζεστε | θα σωθούν / θα σωθούνε / θα σώζονται |
| Παρακείμενος | έχω σωθεί | έχεις σωθεί | έχει σωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σωθεί | είχες σωθεί | είχε σωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σωθεί / να σωθώ / να σώζομαι | να έχεις σωθεί / να σωθείς / να σώζεσαι | να έχει σωθεί / να σωθεί / να σώζεται | να σωζόμαστε / να σωθούμε | να σωθείτε / να σώζεστε | να σωθούν / να σωθούνε / να σώζονται |
| Προστακτική | — | σώζου / σώσου | — | — | σωθείτε / σώζεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →