σώζω
•
- αποτρέπω ή αποφεύγω μία άσχημη εξέλιξη, μια καταστροφή, ένα ατύχημα Βικιλεξικό
- Η έγκαιρη επέμβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων έσωσε το χωριό από την πυρκαγιά.
- Με το που ήρθε έσωσε την κατάσταση.
- (θεολογία) λυτρώνω, γλιτώνω από τον αιώνιο θάνατο
- διατηρώ Βικιλεξικό
- Σώζονται πολλά κείμενα από την αρχαία ελληνική γραμματεία.
- πληροφορικήαποθηκεύω αρχείο στον υπολογιστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σώζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σῴζω. Συγκρίνετε με το σώνω. :* για τη σημασία στην πληροφορική: < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική save
Άλλοι τύποι
έσωσασωζόμενοςσωσμένοςσώζομαισώθηκασώσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →