Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σώνω

ρήμα
•
  1. αποθηκεύω, φυλάσσω ένα κείμενο στον υπολογιστή ώστε να μην το χάσω σε περίπτωση βλάβης ή για να το έχω διαθέσιμο στο μέλλον Βικιλεξικό
  2. γλιτώνω, αντί του σώζω (κυρίως στον προφορικό λόγο) Βικιλεξικό
    • Την ώρα που έσωνε τον ένα, πνιγόταν ο άλλος
  3. επιβιώνω, αντέχω Βικιλεξικό
    • Μας κάνει και τον δύσκολο! Μη σώσει να ξαναπατήσει σπίτι!
    • Αχ! Να μην έσωνα να τον παντρευτώ
  4. παρωχημένοαρκώ, φτάνω Βικιλεξικό
    • δε σώνει ο θησαυρός όλης της γης (: δε φτάνει, δεν αρκεί ο θησαυρός...)
    • Πιάσε μου το κατσαρόλι από 'κει πάνω, δε σώνω να το πιάσω μόνη μου
  5. μέσοσώνομαι : τελειώνω Βικιλεξικό
    • Σώθηκε το ψωμί, τράβα να αγοράσεις κάνα καρβέλι
    • Σώθηκαν τα λεφτά - σώθηκε πια η υπομονή μου
  6. μέσοσώνομαι : γλιτώνω Βικιλεξικό
    • Χρωστάω σε πέντε τράπεζες. Δε σώνομαι με τίποτα!

Ετυμολογία

σώνω < μεσαιωνική ελληνική σώνω < αρχαία ελληνική σῴζω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →