σώνω
•
- αποθηκεύω, φυλάσσω ένα κείμενο στον υπολογιστή ώστε να μην το χάσω σε περίπτωση βλάβης ή για να το έχω διαθέσιμο στο μέλλον Βικιλεξικό
- γλιτώνω, αντί του σώζω (κυρίως στον προφορικό λόγο) Βικιλεξικό
- Την ώρα που έσωνε τον ένα, πνιγόταν ο άλλος
- επιβιώνω, αντέχω Βικιλεξικό
- Μας κάνει και τον δύσκολο! Μη σώσει να ξαναπατήσει σπίτι!
- Αχ! Να μην έσωνα να τον παντρευτώ
- παρωχημένοαρκώ, φτάνω Βικιλεξικό
- δε σώνει ο θησαυρός όλης της γης (: δε φτάνει, δεν αρκεί ο θησαυρός...)
- Πιάσε μου το κατσαρόλι από 'κει πάνω, δε σώνω να το πιάσω μόνη μου
- μέσοσώνομαι : τελειώνω Βικιλεξικό
- Σώθηκε το ψωμί, τράβα να αγοράσεις κάνα καρβέλι
- Σώθηκαν τα λεφτά - σώθηκε πια η υπομονή μου
- μέσοσώνομαι : γλιτώνω Βικιλεξικό
- Χρωστάω σε πέντε τράπεζες. Δε σώνομαι με τίποτα!
Ετυμολογία
σώνω < μεσαιωνική ελληνική σώνω < αρχαία ελληνική σῴζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →