σώσιμο
•
- προφορικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σώζω Βικιλεξικό
- προφορικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σώζω Βικιλεξικό
- προφορικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σώζω Βικιλεξικό
- προφορικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σώσιμο < σώζω + -ιμο (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική save)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σώσιμο | σωσίματα |
| Γενική | σωσίματος | σωσιμάτων |
| Αιτιατική | σώσιμο | σωσίματα |
| Κλητική | σώσιμο | σωσίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →