σώστρα
•
- ναυτικός όροςη αμοιβή που δίδεται σε όποιον σώζει πλοίο που έχει ναυαγήσει, το φορτίο, το ναύλο του κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σώστρα < αρχαία ελληνική σῶστρα < σῴζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σώστρα | σώστρες |
| Γενική | σώστρας | — |
| Αιτιατική | σώστρα | σώστρες |
| Κλητική | σώστρα | σώστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →