τάζω
•
- κάνω ένα τάμα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηυπόσχομαι Βικιλεξικό
- Η Τερέζα είχε βαρεθεί να γυρίζει στα χωριά, να λέει μπούρδες λες και ήταν πραγματικές μαντείες, να κοιμάται σε ξένα κρεβάτια, να της τάζουν παλάτια και να εννοούν καλύβια, […]
Ετυμολογία
τάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τάζω < ελληνιστική κοινή τάσσω (υπόσχομαι), μεταπλασμός με βάση το θέμα ταξ- (έταξα) κατ' αντιστοιχία με το θέμα κραξ- (έκραξα) του ρήματος κράζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τάζω | τάζεις | τάζει | τάζουμε | τάζετε | τάζουν / τάζουνε |
| Παρατατικός | έταζα | έταζες | έταζε | τάζαμε | τάζατε | έταζαν / τάζαν / τάζανε |
| Αόριστος | έταξα | έταξες | έταξε | τάξαμε | τάξατε | έταξαν / τάξαν / τάξανε |
| Μέλλοντας | θα τάζω / θα τάξω | θα τάζεις / θα τάξεις | θα τάζει / θα τάξει | θα τάζουμε / θα τάξουμε | θα τάζετε / θα τάξετε | θα τάζουν / θα τάζουνε / θα τάξουν / θα τάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω τάξει | έχεις τάξει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τάξει | είχες τάξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τάξει / να τάζω / να τάξω | να έχεις τάξει / να τάζεις / να τάξεις | να τάζει / να τάξει | να τάζουμε / να τάξουμε | να τάζετε / να τάξετε | να τάζουν / να τάζουνε / να τάξουν / να τάξουνε |
| Προστακτική | — | τάζε / τάξε | — | — | τάζετε / τάξτε / τάχτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τάχτηκατάζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →