Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τάζω

/ˈta.zo/ρήμα
•
  1. κάνω ένα τάμα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηυπόσχομαι Βικιλεξικό
    • Η Τερέζα είχε βαρεθεί να γυρίζει στα χωριά, να λέει μπούρδες λες και ήταν πραγματικές μαντείες, να κοιμάται σε ξένα κρεβάτια, να της τάζουν παλάτια και να εννοούν καλύβια, […]

Ετυμολογία

τάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τάζω < ελληνιστική κοινή τάσσω (υπόσχομαι), μεταπλασμός με βάση το θέμα ταξ- (έταξα) κατ' αντιστοιχία με το θέμα κραξ- (έκραξα) του ρήματος κράζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτάζωτάζειςτάζειτάζουμετάζετετάζουν / τάζουνε
Παρατατικόςέταζαέταζεςέταζετάζαμετάζατεέταζαν / τάζαν / τάζανε
Αόριστοςέταξαέταξεςέταξετάξαμετάξατεέταξαν / τάξαν / τάξανε
Μέλλονταςθα τάζω / θα τάξωθα τάζεις / θα τάξειςθα τάζει / θα τάξειθα τάζουμε / θα τάξουμεθα τάζετε / θα τάξετεθα τάζουν / θα τάζουνε / θα τάξουν / θα τάξουνε
Παρακείμενοςέχω τάξειέχεις τάξει————
Υπερσυντέλικοςείχα τάξειείχες τάξει————
Υποτακτικήνα έχω τάξει / να τάζω / να τάξωνα έχεις τάξει / να τάζεις / να τάξειςνα τάζει / να τάξεινα τάζουμε / να τάξουμενα τάζετε / να τάξετενα τάζουν / να τάζουνε / να τάξουν / να τάξουνε
Προστακτική—τάζε / τάξε——τάζετε / τάξτε / τάχτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

τάχτηκατάζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →