τάιμ άουτ
•
- μπασκετικός όρος που σημαίνει την διακοπή και μικρή παύση του αγώνα για να δοθούν οδηγίες στους παίχτες από τον προπονητή. Βικιλεξικό
- κατ’ επέκταση, κάθε μικρή διακοπή, δουλειάς, συζήτησης ή καβγά για ανασυγκρότηση. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τάιμ άουτ < από το αγγλικό time out
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →