τάκλιν
•
- αθλητισμόςελιγμός με το οποίο κάποιος παίκτης διεκδικεί ή αφαιρεί την μπάλα από αντίπαλο με προβολή του ποδιού και τρόπο σκληρό αλλά επιτρεπόμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τάκλιν < αγγλική tackling < tackle
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →