τάλαρο
•
- λαϊκότροποάλλη γραφή του τάλιρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τάλαρο < (άμεσο δάνειο) βενετική talaro < γερμανική Taler / Thaler < Sankt Joachimsthaler : από την κοιλάδα του Αγίου Ιωακείμ < Joachim + -s- + Tal + -er < παλαιά άνω γερμανική tal < πρωτογερμανική *dalą < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰol- / *dʰel- (τόξο, αψίδα, καμπυλότητα, κοιλότητα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τάλαρο | τάλαρα |
| Γενική | τάλαρου | τάλαρων |
| Αιτιατική | τάλαρο | τάλαρα |
| Κλητική | τάλαρο | τάλαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →