τάλιρο
•
- ιστορίανoμισματική μονάδα διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών κατά το παρελθόν Βικιλεξικό
- Από την ποικιλία των ευρωπαϊκών νομισμάτων που κυκλοφορούν στον χώρο της Ανατολής, εκείνα που κυρίως έλκουν την προτίμηση του κοινού είναι τα βενετσιάνικα […] και ακολουθούν τα ισπανικά και τα αυστριακά τάλιρα
- ιστορίαπαλιό νόμισμα (1890-1921) της (ιταλικής αποικίας τής) Ερυθρέας Βικιλεξικό
- λαϊκότροπονόμισμα αξίας πέντε μονάδων (ευρώ, δραχμών κ.ο.κ.) Βικιλεξικό
- λαϊκότροπολεφτά, χρήματα (και στον πληθυντικό τάλιρα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τάλιρο < λόγια επίδραση στο λαϊκό τάλαρο < βενετική talaro (με α < η < ι) < γερμανική Taler / Thaler < περικοπή του Joachimsthaler (νόμισμα του 16ου αιώνα) που παραγόταν στην Sankt Joachimsthal, την κοιλάδα Joachimstal του Αγίου Ιωακείμ < Joachim + -s- + Tal + -er
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τάλιρο | τάλιρα |
| Γενική | τάλιρου | τάλιρων |
| Αιτιατική | τάλιρο | τάλιρα |
| Κλητική | τάλιρο | τάλιρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →