Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τάλιρο

/ˈta.li.ɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιστορίανoμισματική μονάδα διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών κατά το παρελθόν Βικιλεξικό
    • Από την ποικιλία των ευρωπαϊκών νομισμάτων που κυκλοφορούν στον χώρο της Ανατολής, εκείνα που κυρίως έλκουν την προτίμηση του κοινού είναι τα βενετσιάνικα […] και ακολουθούν τα ισπανικά και τα αυστριακά τάλιρα
  2. ιστορίαπαλιό νόμισμα (1890-1921) της (ιταλικής αποικίας τής) Ερυθρέας Βικιλεξικό
  3. λαϊκότροπονόμισμα αξίας πέντε μονάδων (ευρώ, δραχμών κ.ο.κ.) Βικιλεξικό
  4. λαϊκότροπολεφτά, χρήματα (και στον πληθυντικό τάλιρα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τάλιρο < λόγια επίδραση στο λαϊκό τάλαρο < βενετική talaro (με α < η < ι) < γερμανική Taler / Thaler < περικοπή του Joachimsthaler (νόμισμα του 16ου αιώνα) που παραγόταν στην Sankt Joachimsthal, την κοιλάδα Joachimstal του Αγίου Ιωακείμ < Joachim + -s- + Tal + -er

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτάλιροτάλιρα
Γενικήτάλιρουτάλιρων
Αιτιατικήτάλιροτάλιρα
Κλητικήτάλιροτάλιρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →