Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τάνυση

/ˈta.ni.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τανύω / τανύζω Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: τάνυσμα

Ετυμολογία

τάνυση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τάνυ(σις) + -ση < τανύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτάνυσητανύσεις
Γενικήτάνυσηςτανύσεων
Αιτιατικήτάνυσητανύσεις
Κλητικήτάνυσητανύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →