τάπερ
•
- γενική ονομασία για πλαστικά δοχεία φύλαξης τροφίμων τα οποία έχουν καπάκι που κλείνει με ερμητικό τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τάπερ < (άμεσο δάνειο) αγγλική Tupperware (εμπορική ονομασία αμερικάνικης εταιρείας) < Earl Silas Tupper + -ware < μέση αγγλική ware < αγγλοσαξονική waru < πρωτογερμανική *warō
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →