Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τάπια

/ˈta.pça/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοπρομαχώνας Βικιλεξικό
    • Η Τριπολιτσά ήταν τριγυρισμένη με φρούριον, το οποίον είχε επτά πόρτας και κοντά εις κάθε πόρτα ήταν και μια τάπια με κανόνια. εν τω μεταξύ δε ήταν και άλλαις τάπιαις με πολεμότρυπαις για το λιανοτούφεκο

Ετυμολογία

τάπια < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική تعبئة (taˁbiya) (τουρκική tabya) < αραβική تعبئة (taˁbīya)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτάπιατάπιες
Γενικήτάπιας—
Αιτιατικήτάπιατάπιες
Κλητικήτάπιατάπιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →