τάπια
•
- παρωχημένοπρομαχώνας Βικιλεξικό
- Η Τριπολιτσά ήταν τριγυρισμένη με φρούριον, το οποίον είχε επτά πόρτας και κοντά εις κάθε πόρτα ήταν και μια τάπια με κανόνια. εν τω μεταξύ δε ήταν και άλλαις τάπιαις με πολεμότρυπαις για το λιανοτούφεκο
Ετυμολογία
τάπια < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική تعبئة (taˁbiya) (τουρκική tabya) < αραβική تعبئة (taˁbīya)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τάπια | τάπιες |
| Γενική | τάπιας | — |
| Αιτιατική | τάπια | τάπιες |
| Κλητική | τάπια | τάπιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →