τάσι
•
- είδος κύπελλου με πλατύ στόμιο Βικιλεξικό
- οτιδήποτε έχει παρόμοιο σχήμα (στρόγγυλο και πλατύ), δίσκος Βικιλεξικό
- Βγήκανε στον κήπο, κάθησαν στο σκιερό κιόσκι, πάνω στους αφράτους τσιλτέδες. Άναψαν τσιμπούκια. Η δούλα σέρβιρε σε μπακιρένια τάσια χοσάφι παγωμένο μέ χιόνι τοῦ Μπόζ ντάγ. Τό κουτάλιζαν κουβεντιάζοντας. (Τάσος Αθανασιάδης, Τα παιδιά της Νιόβης, μυθιστόρημα, τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.δ. Κολλάρου, 1988)
- κάλυμμα ρόδας αυτοκινήτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τάσι < (άμεσο δάνειο) τουρκική tas < αραβική طاس (tās) < περσική طاس (tās: γαβάθα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τάσι | τάσια |
| Γενική | τασιού | τασιών |
| Αιτιατική | τάσι | τάσια |
| Κλητική | τάσι | τάσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →