Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τάσι

/ˈta.si/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. είδος κύπελλου με πλατύ στόμιο Βικιλεξικό
  2. οτιδήποτε έχει παρόμοιο σχήμα (στρόγγυλο και πλατύ), δίσκος Βικιλεξικό
    • Βγήκανε στον κήπο, κάθησαν στο σκιερό κιόσκι, πάνω στους αφράτους τσιλτέδες. Άναψαν τσιμπούκια. Η δούλα σέρβιρε σε μπακιρένια τάσια χοσάφι παγωμένο μέ χιόνι τοῦ Μπόζ ντάγ. Τό κουτάλιζαν κουβεντιάζοντας. (Τάσος Αθανασιάδης, Τα παιδιά της Νιόβης, μυθιστόρημα, τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.δ. Κολλάρου, 1988)
  3. κάλυμμα ρόδας αυτοκινήτου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τάσι < (άμεσο δάνειο) τουρκική tas < αραβική طاس (tās) < περσική طاس (tās: γαβάθα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτάσιτάσια
Γενικήτασιούτασιών
Αιτιατικήτάσιτάσια
Κλητικήτάσιτάσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →