τάτσι μίτσι κότσι
•
- με μυστική αλληλεγγύη, συνεργασία Βικιλεξικό
- για κάποιους οι οποίοι συμφωνούν και συνεργάζονται με σκοπό να εξυπηρετήσουν τα, συνήθως ύποπτα, κοινά τους συμφέροντα Βικιλεξικό
- τα κάνατε τάτσι μίτσι κότσι για να φάτε την κληρονομιά
Ετυμολογία
τάτσι μίτσι κότσι < από τα αρβανίτικα υποκοριστικών ονομάτων Τάτσης (Τάκης), Μήτσης (Μήτσος) και Κώτσης (Κώτσος)^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →