τάφρος
•
- μεγάλο χαντάκι, άνοιγμα Βικιλεξικό
- ένα τρίτο ήταν σαν μεσαιωνικό κάστρο, κομπλέ, με τις επάλξεις, την τάφρο και τους πυργίσκους του (Παύλος Μεθενίτης, Αμανίτα μουσκάρια, μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2007)
- γεωλογίαθαλάσσιo ρήγμα μεγαλύτερου βάθους από 7 χιλιάδες μέτρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τάφρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τάφρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τάφρος | τάφροι |
| Γενική | τάφρου | τάφρων |
| Αιτιατική | τάφρο | τάφρους |
| Κλητική | τάφρε | τάφροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →