τάχα
•
- σε ερωτήσειςάραγε (εκφράζει απορία) Βικιλεξικό
- Έρωτας τάχα να ’ν’ αυτό / που έτσι με κάνει να ποθώ / τη συντροφιά σου… (από ποίημα της Μυρτιώτισσας)
- δήθεν (για κάτι που το θεωρούμε προσποιητό, υποκριτικό, αναληθές) Βικιλεξικό
- Έλειπε χτες από τη δουλειά. Ήτανε λέει τάχα άρρωστος.
- οι Μέδικοι, σε βίο τρυφηλό δοσμένοι, ωραιοπαθείς, ηδονολάτρες, εκστασιαζόμενοι μπροστά σε έργα ανθρώπινα που τάχα εδόξαζαν μα στην πραγματικότητα αμφισβητούσαν το μεγαλείο του Κυρίου. (Νέα Εστία, τόμος 86, 1969, σελ. 1061)
Ετυμολογία
τάχα < αρχαία ελληνική τάχα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →