τάχος
•
- αρχαιοπρεπέςη ταχύτητα, στην έκφραση εν τάχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τάχος < αρχαία ελληνική τάχος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
τάχος < αρχαία ελληνική τάχος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →