Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τέλεξ

/ˈte.leks/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δίκτυο για την μετάδοση μηνυμάτων μέσω τηλετύπων Βικιλεξικό
  2. τηλέτυπο που χρησιμοποιείται σε τέτοιο δίκτυο Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικάχαρτί με εκτυπωμένο μήνυμα που έχει σταλεί με τα παραπάνω μέσα, ή/και το μήνυμα το ίδιο Βικιλεξικό
    • βρισκόταν στην Κέρκυρα έτοιμος να υποδεχθεί το γκρουπ των ταξιδιωτικών πρακτόρων. Εκεί η εταιρία του τον ειδοποίησε με τέλεξ ότι με το ίδιο αεροπλάνο που θα έφταναν τα 16 άτομα του γκρουπ, ερχόταν ένα ακόμη άτομο (Άννα Μπαλή, Φάκελος Τσάπμαν, εκδ. Άλεβιζόπουλος, 1982)

Ετυμολογία

τέλεξ < αγγλική telex < tele(printer) + ex(change)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →