τέμπερα
•
- ζωγραφικήυδατοδιαλυτό χρώμα (στο οποίο έχει προστεθεί αβγό ή άλλη ουσία) Βικιλεξικό
- ζωγραφικήζωγραφική τεχνική που κάνει χρήση τέτοιων χρωμάτων Βικιλεξικό
- ζωγραφικήζωγραφικός πίνακας που έχει δημιουργηθεί μ’ αυτή την τεχνική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τέμπερα < (άμεσο δάνειο) ιταλική tempera < temperare < λατινική temperare, απαρέμφατο ενστώτα του ρήματος tempo < tempus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tempos < *temp- (τέντωμα, χορδή) ή πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *temh₂- (κόβω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τέμπερα | τέμπερες |
| Γενική | τέμπερας | — |
| Αιτιατική | τέμπερα | τέμπερες |
| Κλητική | τέμπερα | τέμπερες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →