Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τέμπλα

/ˈtem.bla/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόλεπτό μακρύ ξύλο, ραβδί, δοκάρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τέμπλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τέμπλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτέμπλατέμπλες
Γενικήτέμπλας—
Αιτιατικήτέμπλατέμπλες
Κλητικήτέμπλατέμπλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →