τέμπλο
•
- εκκλησιαστικός όροςτο προσκυνητάριο / εικονοστάσιο που στους ναούς των Ανατολικών Χριστιανικών Εκκλησιών διαχωρίζει το ιερό (βήμα) από τον υπόλοιπο ναό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τέμπλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τέμπλον < λατινική templum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τέμπλο | τέμπλα |
| Γενική | τέμπλου | τέμπλων |
| Αιτιατική | τέμπλο | τέμπλα |
| Κλητική | τέμπλο | τέμπλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →