Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τέμπλο

/ˈtemˈblo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εκκλησιαστικός όροςτο προσκυνητάριο / εικονοστάσιο που στους ναούς των Ανατολικών Χριστιανικών Εκκλησιών διαχωρίζει το ιερό (βήμα) από τον υπόλοιπο ναό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τέμπλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τέμπλον < λατινική templum

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτέμπλοτέμπλα
Γενικήτέμπλουτέμπλων
Αιτιατικήτέμπλοτέμπλα
Κλητικήτέμπλοτέμπλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →