τέντα
•
- κομμάτι, συνήθως από ειδικό ύφασμα ή πλαστικό, μαζί με έναν ειδικό μηχανισμό, για να ανοίγει και να κλείνει, που τοποθετείται μπροστά από ανοίγματα ή πάνω από χώρους ξεκούρασης και χρησιμοποιείται για προστασία από τον ήλιο ή και την βροχή Βικιλεξικό
- ύφασμα ή πλαστικό που περιβάλλει και προστατεύει την καρότσα σε φορτηγά αυτοκίνητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τέντα < ιταλική tenda < λατινική tenda (σκηνή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τέντα | τέντες |
| Γενική | τέντας | τεντών |
| Αιτιατική | τέντα | τέντες |
| Κλητική | τέντα | τέντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →