Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τέχνασμα

/ˈte.xna.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. επινόηση, κόλπο, πονηριά, πανουργία Βικιλεξικό
    • Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.
  2. μαθηματικάπιο εύκολη λύση προβλήματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τέχνασμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τέχνασμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτέχνασματεχνάσματα
Γενικήτεχνάσματοςτεχνασμάτων
Αιτιατικήτέχνασματεχνάσματα
Κλητικήτέχνασματεχνάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →