τέχνασμα
•
- επινόηση, κόλπο, πονηριά, πανουργία Βικιλεξικό
- Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.
- μαθηματικάπιο εύκολη λύση προβλήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τέχνασμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τέχνασμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τέχνασμα | τεχνάσματα |
| Γενική | τεχνάσματος | τεχνασμάτων |
| Αιτιατική | τέχνασμα | τεχνάσματα |
| Κλητική | τέχνασμα | τεχνάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →