τήβεννος
•
- ιστορίαη ρωμαϊκή τόγα Βικιλεξικό
- ενδυμασίαμακρύ, ριχτό σκούρο ένδυμα, παρόμοιο με ράσο που φορούν σε επίσημες τελετές πανεπιστημιακοί, ακαδημαϊκοί, ή ανώτεροι δικαστές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τήβεννος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τήβεννος, παράλληλος τύπος του τήβεννα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τήβεννος | τήβεννοι |
| Γενική | τηβέννου | τηβέννων |
| Αιτιατική | τήβεννο | τηβέννους |
| Κλητική | τήβεννε | τήβεννοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →