τίλιο
•
- βότανοτο φλαμούρι Βικιλεξικό
- ποτότο φλαμούρι Βικιλεξικό
- Η μάνα μου την κανάκευε και σβουριζόταν τριγύρω της να της φτιάξει τίλιο. Της φώναζε δυνατά στ' αυτί, αλλά κουφή δεν ήταν. « Θες τίλιο, βάβα Ελενίτσα; Τίλιο λέω, θες;» Η γριά τής έκανε ένα νόημα με το χέρι. «Σάξε ένα τίλιο» μόνο και μόνο για να την ξεφορτωθεί (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
τίλιο < (άμεσο δάνειο) ιταλική tiglio (αφέψημα φλαμουριού) < λατινική tilia (φλαμουριά, φιλύρα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τίλιο | τίλια |
| Γενική | τίλιου | τίλιων |
| Αιτιατική | τίλιο | τίλια |
| Κλητική | τίλιο | τίλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →