Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τίλιο

/ˈti.ʎo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βότανοτο φλαμούρι Βικιλεξικό
  2. ποτότο φλαμούρι Βικιλεξικό
    • Η μάνα μου την κανάκευε και σβουριζόταν τριγύρω της να της φτιάξει τίλιο. Της φώναζε δυνατά στ' αυτί, αλλά κουφή δεν ήταν. « Θες τίλιο, βάβα Ελενίτσα; Τίλιο λέω, θες;» Η γριά τής έκανε ένα νόημα με το χέρι. «Σάξε ένα τίλιο» μόνο και μόνο για να την ξεφορτωθεί (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

τίλιο < (άμεσο δάνειο) ιταλική tiglio (αφέψημα φλαμουριού) < λατινική tilia (φλαμουριά, φιλύρα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτίλιοτίλια
Γενικήτίλιουτίλιων
Αιτιατικήτίλιοτίλια
Κλητικήτίλιοτίλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →