τίντα
•
- οι φωτεινές αποχρώσεις ενός χρώματος. Δημιουργούνται αναμιγνύοντας το χρώμα με το ανάλογο ποσοστό άσπρου. Βικιλεξικό
- Χρῶμα νὰ βρῶ, τὸ πράσινο καὶ τίντες μυστικές. (Νίκος Καββαδίας, Μουσώνας)
Ετυμολογία
τίντα < αγγλική tint < λατινικά tinctus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος tingo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τίντα | τίντες |
| Γενική | τίντας | — |
| Αιτιατική | τίντα | τίντες |
| Κλητική | τίντα | τίντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →