Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τα βγάζω πέρα

/ta ˈvɣa.zo ˈpe.ɾa/ρήμα
•
  1. δύναμαι να φέρω εις πέρας μια δύσκολη δουλειά ή υπόθεση Βικιλεξικό
    • Δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα στην δουλειά οπότε τελικά έφυγε.
  2. νικώ αντίπαλό μου σε δυναμική ή άλλη αναμέτρηση Βικιλεξικό
  3. αντεπεξέρχομαι στις οικονομικές μου υποχρεώσεις Βικιλεξικό
    • Δεν νομίζω να τα βγάλω πέρα αυτόν τον μήνα με αυτήν την αναδουλειά.
  4. γενικότερααντεπεξέρχομαι στις αντιξοότητες της ζωής Βικιλεξικό
    • Για να δούμε πώς θα τα βγάλω πέρα φέτος.

Ετυμολογία

τα βγάζω πέρα < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

βγάζωπέρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →