τα βγάζω πέρα
•
- δύναμαι να φέρω εις πέρας μια δύσκολη δουλειά ή υπόθεση Βικιλεξικό
- Δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα στην δουλειά οπότε τελικά έφυγε.
- νικώ αντίπαλό μου σε δυναμική ή άλλη αναμέτρηση Βικιλεξικό
- αντεπεξέρχομαι στις οικονομικές μου υποχρεώσεις Βικιλεξικό
- Δεν νομίζω να τα βγάλω πέρα αυτόν τον μήνα με αυτήν την αναδουλειά.
- γενικότερααντεπεξέρχομαι στις αντιξοότητες της ζωής Βικιλεξικό
- Για να δούμε πώς θα τα βγάλω πέρα φέτος.
Ετυμολογία
τα βγάζω πέρα < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
βγάζωπέρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →