τα κάνω μαντάρα
•
- τα μπερδεύω τελείως, αποτυγχάνω παταγωδώς Βικιλεξικό
- Tοὺς τὰ κάνατε μαντάρα τὰ σχέδια χτὲς βράδυ. Κείνη ἡ κιντρινιάρα, ὁ ἀρχηγός τους, παρὰ πέντε νὰ πάθει ἀποσυμφόρησις ποὺ λένε.
- Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα.
Ετυμολογία
τα κάνω μαντάρα < → δείτε τις λέξεις τα, κάνω και μαντάρα
Άλλοι τύποι
κάνω μαντάρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →