τα τσεπώνω
•
- προφορικόκερδίζω χρήματα με αθέμιτο ή παράνομο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τα τσεπώνω < → δείτε τις λέξεις τα και τσεπώνω
Άλλοι τύποι
τσεπώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
τα τσεπώνω < → δείτε τις λέξεις τα και τσεπώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →