Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταβανόπροκα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάμεγάλη και ανθεκτική πρόκα, κατάλληλη για τρύπημα πολύ σκληρών επιφανειών (όπως τα ταβάνια, που συνήθως είναι κατασκευασμένα από μπετόν) Βικιλεξικό
  2. μεταφορικά, μεγεθυντικός χαρακτηρισμός για υπονοούμενο, καρφί, μπηχτή, που προκαλεί μεγάλη εντύπωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταβανόπροκα < ταβάν(ι) + -ό- + πρόκα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταβανόπροκαταβανόπροκες
Γενικήταβανόπροκαςταβανοπροκών
Αιτιατικήταβανόπροκαταβανόπροκες
Κλητικήταβανόπροκαταβανόπροκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →