ταβανόπροκα
•
- κυριολεκτικάμεγάλη και ανθεκτική πρόκα, κατάλληλη για τρύπημα πολύ σκληρών επιφανειών (όπως τα ταβάνια, που συνήθως είναι κατασκευασμένα από μπετόν) Βικιλεξικό
- μεταφορικά, μεγεθυντικός χαρακτηρισμός για υπονοούμενο, καρφί, μπηχτή, που προκαλεί μεγάλη εντύπωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταβανόπροκα < ταβάν(ι) + -ό- + πρόκα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταβανόπροκα | ταβανόπροκες |
| Γενική | ταβανόπροκας | ταβανοπροκών |
| Αιτιατική | ταβανόπροκα | ταβανόπροκες |
| Κλητική | ταβανόπροκα | ταβανόπροκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →