ταβανώνω
•
- καλύπτω εσωτερικά την επιφάνεια της οροφής ενός δωματίου με κονίαμα ή ξύλινο ταβάνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταβανώνω < ταβάνι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ταβανώνω | ταβανώνεις | ταβανώνει | ταβανώνουμε | ταβανώνετε | ταβανώνουν / ταβανώνουνε |
| Παρατατικός | ταβάνωνα | ταβάνωνες | ταβάνωνε | ταβανώναμε | ταβανώνατε | ταβάνωναν / ταβανώναν / ταβανώνανε |
| Αόριστος | ταβάνωσα | ταβάνωσες | ταβάνωσε | ταβανώσαμε | ταβανώσατε | ταβάνωσαν / ταβανώσαν / ταβανώσανε |
| Μέλλοντας | θα ταβανώνω / θα ταβανώσω | θα ταβανώνεις / θα ταβανώσεις | θα ταβανώνει / θα ταβανώσει | θα ταβανώνουμε / θα ταβανώσουμε | θα ταβανώνετε / θα ταβανώσετε | θα ταβανώνουν / θα ταβανώνουνε / θα ταβανώσουν / θα ταβανώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ταβανώσει | έχεις ταβανώσει | έχει ταβανώσει | έχουμε ταβανώσει | έχετε ταβανώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ταβανώσει | είχες ταβανώσει | είχε ταβανώσει | είχαμε ταβανώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ταβανώσει / να ταβανώνω / να ταβανώσω | να έχεις ταβανώσει / να ταβανώνεις / να ταβανώσεις | να έχει ταβανώσει / να ταβανώνει / να ταβανώσει | να έχουμε ταβανώσει / να ταβανώνουμε / να ταβανώσουμε | να έχετε ταβανώσει / να ταβανώνετε / να ταβανώσετε | να ταβανώνουν / να ταβανώνουνε / να ταβανώσουν / να ταβανώσουνε |
| Προστακτική | — | ταβάνωνε / ταβάνωσε | — | — | ταβανώνετε / ταβανώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →