Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταβερνάκι

/ta.veɾˈna.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικόμικρή ή γραφική ταβέρνα Βικιλεξικό
    • Τα βράδια πηγαίναμε να τσιμπήσουμε στο ταβερνάκι της γειτονιάς μας.
    • Κι ένας απένταρος μπεκρής έξω απ’ το ταβερνάκι / συλλογισμένος κάθεται στο χαμηλό πορτάκι.

Ετυμολογία

ταβερνάκι < ταβέρν(α) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταβερνάκιταβερνάκια
Γενική——
Αιτιατικήταβερνάκιταβερνάκια
Κλητικήταβερνάκιταβερνάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →