ταβερνάκι
•
- υποκοριστικόμικρή ή γραφική ταβέρνα Βικιλεξικό
- Τα βράδια πηγαίναμε να τσιμπήσουμε στο ταβερνάκι της γειτονιάς μας.
- Κι ένας απένταρος μπεκρής έξω απ’ το ταβερνάκι / συλλογισμένος κάθεται στο χαμηλό πορτάκι.
Ετυμολογία
ταβερνάκι < ταβέρν(α) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταβερνάκι | ταβερνάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ταβερνάκι | ταβερνάκια |
| Κλητική | ταβερνάκι | ταβερνάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →