ταβερνιάρηδες
•
- ταβερνιάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- ταβερνιάρης, στην αιτιατική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- ταβερνιάρης, στην κλητική του πληθυντικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →