Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταβερνόβιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μειωτικόεκείνος που του αρέσει να πηγαίνει πολύ συχνότερα από το σύνηθες στις ταβέρνες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταβερνόβιος < ταβέρνα και βίος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταβερνόβιοςταβερνόβιαταβερνόβιο
Γενικήταβερνόβιουταβερνόβιαςταβερνόβιου
Αιτιατικήταβερνόβιοταβερνόβιαταβερνόβιο
Κλητικήταβερνόβιεταβερνόβιαταβερνόβιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταβερνόβιοιταβερνόβιεςταβερνόβια
Γενικήταβερνόβιωνταβερνόβιωνταβερνόβιων
Αιτιατικήταβερνόβιουςταβερνόβιεςταβερνόβια
Κλητικήταβερνόβιοιταβερνόβιεςταβερνόβια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →