ταγάρι
•
- υφασμάτινος σάκος, συνήθως πολύχρωμος, που κρεμιέται από τον ώμο Βικιλεξικό
- σακίδιο με την τροφή των ζώων για τάισμα Βικιλεξικό
- ο αφελής, ο αμύητος Βικιλεξικό
- είσαι ταγάρι και σε έχουν πάρει στο ψιλό
Ετυμολογία
ταγάρι < μεσαιωνική ελληνική ταγάριον (υποκοριστικό του ταγή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταγάρι | ταγάρια |
| Γενική | ταγαριού | ταγαριών |
| Αιτιατική | ταγάρι | ταγάρια |
| Κλητική | ταγάρι | ταγάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →