ταγή
•
- λαϊκότροποη τροφή ή το τάισμα των (οικόσιτων) ζώων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταγή < αρχαία ελληνική ταγή < τάσσω / τάττω < πρωτοελληνική *taťťō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *teh₂g-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταγή | ταγές |
| Γενική | ταγής | ταγών |
| Αιτιατική | ταγή | ταγές |
| Κλητική | ταγή | ταγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →