ταγεία
•
- ιστορίατο αξίωμα του ταγού ή το χρονικό διάστημα που κατέχει το αξίωμα αυτό, η διοίκηση, η αρχηγία Βικιλεξικό
- Θανόντος δε του Ιάσονος περιήλθεν ο θρόνος των Φερών και η ταγεία εις τους αδελφούς αυτού Πολύδωρον και Πολύφρονα, (Νέος Ελληνομνήμων, τόμος 15, Σπυρίδων Παύλου Λάμπρος, Β. Γρηγοριάδης, 1969)
Ετυμολογία
ταγεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ταγεία < ταγεύω < ταγός < τάσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταγεία | ταγείες |
| Γενική | ταγείας | ταγειών |
| Αιτιατική | ταγεία | ταγείες |
| Κλητική | ταγεία | ταγείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →