ταγκιάζω
•
- για λιπαρές και ελαιώδεις ουσίεςαλλοιώνομαι και αποκτώ βαριά οσμή και πικρή γεύση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταγκιάζω < ταγκός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ταγκιάζω | ταγκιάζεις | ταγκιάζει | ταγκιάζουμε | ταγκιάζετε | ταγκιάζουν / ταγκιάζουνε |
| Παρατατικός | τάγκιαζα | τάγκιαζες | τάγκιαζε | ταγκιάζαμε | ταγκιάζατε | τάγκιαζαν / ταγκιάζαν / ταγκιάζανε |
| Αόριστος | τάγκιασα | τάγκιασες | τάγκιασε | ταγκιάσαμε | ταγκιάσατε | τάγκιασαν / ταγκιάσαν / ταγκιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ταγκιάζω / θα ταγκιάσω | θα ταγκιάζεις / θα ταγκιάσεις | θα ταγκιάζει / θα ταγκιάσει | θα ταγκιάζουμε / θα ταγκιάσουμε | θα ταγκιάζετε / θα ταγκιάσετε | θα ταγκιάζουν / θα ταγκιάζουνε / θα ταγκιάσουν / θα ταγκιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ταγκιάσει | έχεις ταγκιάσει | έχει ταγκιάσει | έχουμε ταγκιάσει | έχετε ταγκιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ταγκιάσει | είχες ταγκιάσει | είχε ταγκιάσει | είχαμε ταγκιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ταγκιάσει / να ταγκιάζω / να ταγκιάσω | να έχεις ταγκιάσει / να ταγκιάζεις / να ταγκιάσεις | να έχει ταγκιάσει / να ταγκιάζει / να ταγκιάσει | να έχουμε ταγκιάσει / να ταγκιάζουμε / να ταγκιάσουμε | να έχετε ταγκιάσει / να ταγκιάζετε / να ταγκιάσετε | να ταγκιάζουν / να ταγκιάζουνε / να ταγκιάσουν / να ταγκιάσουνε |
| Προστακτική | — | τάγκιαζε / τάγκιασε | — | — | ταγκιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ταγκιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →