ταινίαση
•
- πάθησημόλυνση των εντέρων από την ταινία (είδος παράσιτου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταινίαση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική taeniasis < νεολατινική taeniasis < λατινική taenia < αρχαία ελληνική ταιν(ία) + -iasis, -ίαση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταινίαση | ταινιάσεις |
| Γενική | ταινίασης | ταινιάσεων |
| Αιτιατική | ταινίαση | ταινιάσεις |
| Κλητική | ταινίαση | ταινιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →