Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταινιωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει τη μορφή ταινίας Βικιλεξικό
  2. λόγιοπου αποτελείται από ταινίες Βικιλεξικό
  3. αρχαιολογίαπου αφορά αρχαιολογικό εύρημα που φέρει μοτίβα (χαραγμένα ή ανάγλυφα) με μορφή ταινίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταινιωτός < ταινία + -ωτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταινιωτόςταινιωτήταινιωτό
Γενικήταινιωτούταινιωτήςταινιωτού
Αιτιατικήταινιωτόταινιωτήταινιωτό
Κλητικήταινιωτέταινιωτήταινιωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταινιωτοίταινιωτέςταινιωτά
Γενικήταινιωτώνταινιωτώνταινιωτών
Αιτιατικήταινιωτούςταινιωτέςταινιωτά
Κλητικήταινιωτοίταινιωτέςταινιωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →