τακτικότερος
•
- που χαρακτηρίζεται από περισσότερη ευταξία, τάξη, στην τακτοποίηση αντικειμένων ή λογαριασμών Βικιλεξικό
- Η Μαρία είναι ακατάστατη, ο Κώστας κάπως τακτικός και ο Γιωργάκης μου δεν είναι τέλειος, αλλά σίγουρα τακτικότερος από τους άλλους δύο
- Είναι τακτικοτερος στις πληρωμές του
- που συχνάζει κάπου σε πιο πυκνά διαστήματα από κάποιον άλλο Βικιλεξικό
- Είναι τακτικότερος πελάτης
Ετυμολογία
τακτικότερος < συγκριτικός βαθμός του τακτικ(ός) + -ότερος. Δείτε και το αρχαίο τακτικώτερος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τακτικότερος | τακτικότερη | τακτικότερο |
| Γενική | τακτικότερου | τακτικότερης | τακτικότερου |
| Αιτιατική | τακτικότερο | τακτικότερη | τακτικότερο |
| Κλητική | τακτικότερε | τακτικότερη | τακτικότερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τακτικότεροι | τακτικότερες | τακτικότερα |
| Γενική | τακτικότερων | τακτικότερων | τακτικότερων |
| Αιτιατική | τακτικότερους | τακτικότερες | τακτικότερα |
| Κλητική | τακτικότεροι | τακτικότερες | τακτικότερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →