Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τακτικότερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζεται από περισσότερη ευταξία, τάξη, στην τακτοποίηση αντικειμένων ή λογαριασμών Βικιλεξικό
    • Η Μαρία είναι ακατάστατη, ο Κώστας κάπως τακτικός και ο Γιωργάκης μου δεν είναι τέλειος, αλλά σίγουρα τακτικότερος από τους άλλους δύο
    • Είναι τακτικοτερος στις πληρωμές του
  2. που συχνάζει κάπου σε πιο πυκνά διαστήματα από κάποιον άλλο Βικιλεξικό
    • Είναι τακτικότερος πελάτης

Ετυμολογία

τακτικότερος < συγκριτικός βαθμός του τακτικ(ός) + -ότερος. Δείτε και το αρχαίο τακτικώτερος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτακτικότεροςτακτικότερητακτικότερο
Γενικήτακτικότερουτακτικότερηςτακτικότερου
Αιτιατικήτακτικότεροτακτικότερητακτικότερο
Κλητικήτακτικότερετακτικότερητακτικότερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτακτικότεροιτακτικότερεςτακτικότερα
Γενικήτακτικότερωντακτικότερωντακτικότερων
Αιτιατικήτακτικότερουςτακτικότερεςτακτικότερα
Κλητικήτακτικότεροιτακτικότερεςτακτικότερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →