τακτοποιούμαι
•
- βάζω τον εαυτό μου σε τάξη Βικιλεξικό
- βάζω δικά μου αντικείμενα σε τάξη Βικιλεξικό
- βολεύομαι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηβρίσκω δουλειά Βικιλεξικό
- Τακτοποιήθηκε και ο Κωστάκης. Τον προσέλαβαν τελικά.
Ετυμολογία
τακτοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος τακτοποιώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →