τακτοποιώ
•
- βάζω σε τάξη αντικείμενα Βικιλεξικό
- Τακτοποιείστε το δωμάτιο βρε παιδιά!
- βάζω σε τάξη, ρυθμίζω καθημερινές μικροϋποθέσεις ή σοβαρές εκκρεμότητες Βικιλεξικό
- -Σε ζητούσε ο Τάκης το πρωί. Τι θέλει πάλι; -Μην ασχολείσαι. Το τακτοποίησα
- εξοφλώ Βικιλεξικό
- Τάσο να τακτοποιήσεις τη ΔΕΗ γιατί θα μας κόψουν το ρεύμα
- διορίζω κάποιον κάνοντας ρουσφέτι Βικιλεξικό
- Μη σκας για τον Τάσο. Όταν δεν τον τακτοποιεί η ΝΔ τον τακτοποιεί το ΠΑΣΟΚ. Παντού έχει άκριες
- ησυχάζω μετά από κάποια περίοδο σχετικής αναστάτωσης ή αναζήτησης Βικιλεξικό
- Τα παιδιά τακτοποιήθηκαν στο καινούργιο σπίτι ή όχι ακόμα;
- Ο γιος σου τακτοποιήθηκε ή ακόμα ψάχνει για δουλειά ο ταλαίπωρος;
- εξασφαλίζω σε κάποιον εργασία ή τα εφόδια, τα μέσα για να ζήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τακτοποιώ < (μαρτυρείται από το 1855) τάξη και ποιώ < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική mettre en ordre
Άλλοι τύποι
τακτοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →