Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταλαντεύομαι

/ta.la(n)ˈde.vo.me/ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος ταλαντεύω Βικιλεξικό
  2. φυσικήυφίσταμαι ταλάντωση Βικιλεξικό
    • Αχ, βόγγηξε, γιατί Θεέ μου, γιατί... μονολογούσε κι έκλαιγε ψαύοντας με το πόδι κάθε σκαλί, να το βρει για να πατάει στέρεα κι άρχισε σκαλί με σκαλί να κατεβαίνει όπου ξαφνικά στραβοπάτησε, πήγε μπρος πίσω, ταλαντεύτηκε βρέθηκε μετέωρη. Μάνααα μουουου ... ούρλιαξε, κατρακύλησε (Εύη Μελεάγρου, Πρώτη κατάδυση: ...στον Ωκεάνιο Βυθό, εκδ. Δωδώνη, σελ. 41, 1997)
  3. μεταφορικάδεν μπορώ να καταλήξω σε απόφαση, είμαι αναποφάσιστος και δυσκολεύομαι να επιλέξω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταλαντεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ταλαντεύομαι.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςταλαντεύομαιταλαντεύεσαιταλαντεύεταιταλαντευόμαστεταλαντεύεστεταλαντεύονται
Παρατατικόςταλαντευόμουν / ταλαντευόμουναταλαντευόσουν / ταλαντευόσουναταλαντευόταν / ταλαντευότανεταλαντευόμασταν / ταλαντευόμαστεταλαντευόσασταν / ταλαντευόσαστεταλαντευόντουσαν / ταλαντεύονταν
Αόριστοςταλαντεύτηκαταλαντεύτηκεςταλαντεύτηκεταλαντευτήκαμεταλαντευτήκατεταλαντευτήκαν / ταλαντευτήκανε / ταλαντεύτηκαν
Μέλλονταςθα ταλαντευτώ / θα ταλαντεύομαιθα ταλαντευτείς / θα ταλαντεύεσαιθα ταλαντευτεί / θα ταλαντεύεταιθα ταλαντευτούμε / θα ταλαντευόμαστεθα ταλαντευτείτε / θα ταλαντεύεστεθα ταλαντευτούν / θα ταλαντευτούνε / θα ταλαντεύονται
Παρακείμενοςέχω ταλαντευτείέχεις ταλαντευτείέχει ταλαντευτεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ταλαντευτείείχες ταλαντευτείείχε ταλαντευτεί———
Υποτακτικήνα έχω ταλαντευτεί / να ταλαντευτώ / να ταλαντεύομαινα έχεις ταλαντευτεί / να ταλαντευτείς / να ταλαντεύεσαινα έχει ταλαντευτεί / να ταλαντευτεί / να ταλαντεύεταινα ταλαντευτούμε / να ταλαντευόμαστενα ταλαντευτείτε / να ταλαντεύεστενα ταλαντευτούν / να ταλαντευτούνε / να ταλαντεύονται
Προστακτική—ταλαντεύου / ταλαντεύσου——ταλαντευτείτε / ταλαντεύεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →