ταλαντεύω
•
- λόγιοπροκαλώ ταλάντωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταλαντεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ταλαντεύω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ταλαντεύω | ταλαντεύεις | ταλαντεύει | ταλαντεύουμε | ταλαντεύετε | ταλαντεύουν / ταλαντεύουνε |
| Παρατατικός | ταλάντευα | ταλάντευες | ταλάντευε | ταλαντεύαμε | ταλαντεύατε | ταλάντευαν / ταλαντεύαν / ταλαντεύανε |
| Αόριστος | ταλάντευσα | ταλάντευσες | ταλάντευσε | ταλαντεύσαμε | ταλαντεύσατε | ταλάντευσαν / ταλαντεύσαν / ταλαντεύσανε |
| Μέλλοντας | θα ταλαντεύσω / θα ταλαντεύω | θα ταλαντεύεις / θα ταλαντεύσεις | θα ταλαντεύει / θα ταλαντεύσει | θα ταλαντεύουμε / θα ταλαντεύσουμε | θα ταλαντεύετε / θα ταλαντεύσετε | θα ταλαντεύουν / θα ταλαντεύουνε / θα ταλαντεύσουν / θα ταλαντεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ταλαντεύσει | έχεις ταλαντεύσει | έχει ταλαντεύσει | έχουμε ταλαντεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ταλαντεύσει | είχες ταλαντεύσει | είχε ταλαντεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ταλαντεύσει / να ταλαντεύσω / να ταλαντεύω | να έχεις ταλαντεύσει / να ταλαντεύεις / να ταλαντεύσεις | να έχει ταλαντεύσει / να ταλαντεύει / να ταλαντεύσει | να έχουμε ταλαντεύσει / να ταλαντεύουμε / να ταλαντεύσουμε | να ταλαντεύετε / να ταλαντεύσετε | να ταλαντεύουν / να ταλαντεύουνε / να ταλαντεύσουν / να ταλαντεύσουνε |
| Προστακτική | — | ταλάντευε / ταλάντευσε | — | — | ταλαντεύετε / ταλαντεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ταλαντεύτηκαταλαντεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →