Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταλαντούχος

/ta.la(n)ˈdu.xos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει τάλαντο, ταλέντο, έμφυτη ικανότητα σε κάποιο τομέα Βικιλεξικό
    • Ο ταλαντούχος νεαρός τραγουδιστής.

Ετυμολογία

ταλαντούχος < τάλαντ(ο) + -ούχος (< έχω), μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική talented ή την γερμανική talentiert, talentvoll. Διαφορετικό το αρχαίο ταλαντοῦχος (που κρατεί την ζυγαριά).

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταλαντούχοςταλαντούχα / ταλαντούχηταλαντούχο
Γενικήταλαντούχουταλαντούχαςταλαντούχου
Αιτιατικήταλαντούχοταλαντούχαταλαντούχο
Κλητικήταλαντούχεταλαντούχαταλαντούχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταλαντούχοιταλαντούχεςταλαντούχα
Γενικήταλαντούχωνταλαντούχωνταλαντούχων
Αιτιατικήταλαντούχουςταλαντούχεςταλαντούχα
Κλητικήταλαντούχοιταλαντούχεςταλαντούχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →