ταλιαρίζω
•
- κόβω, κομματιάζω, τεμαχίζω Βικιλεξικό
- ειδικότερακόβω τα μικρά κλαδιά και φύλλα από μεγάλο κλαδί ή λεπτό κορμό δέντρου (αρχικά μόνο του ελαιόδεντρου) για να το χρησιμοποιήσω ως καυσόξυλο ή οτιδήποτε άλλο Βικιλεξικό
- σημείωση: ιδιωματική λέξη των Μεγάρων Αττικής ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
- ιδιωματικόκουράζω Βικιλεξικό
- ιδιωματικόνυστάζω, είμαι κομμένος απ' την κούραση ή η νύστα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταλιαρίζω: (άμεσο δάνειο) ιταλική tagliar(e) (κόβω) + -ίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →